Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Η σκιά της κυρίας Τάουνσεντ

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ


Αρωμα ελληνικό και αμερικανικό έχουν τελικά οι υποκλοπές. Οχι μόνο γιατί όλα δείχνουν ότι έγιναν με τη συνεργασία των κυβερνήσεων των δύο χωρών. Αλλά και γιατί τα «πρόσωπα-κλειδιά» της υπόθεσης είναι αμερικανοί αξιωματούχοι, ελληνικής καταγωγής...

Οσο περισσότερο βυθιζόμαστε στις λεπτομέρειες του κατασκοπευτικού θρίλερ των υποκλοπών τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη γενική εικόνα της ιστορίας. Κι όμως. Σήμερα διαθέτουμε, πλέον, αρκετές πληροφορίες για να ανασυνθέσουμε τα κομμάτια της υπόθεσης και να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συνέβη. 

Προϋπόθεση γι' αυτή την κατανόηση είναι να απαλλαγούμε από τις στερεότυπες και μόνιμα επαναλαμβανόμενες φράσεις των κυβερνητικών αξιωματούχων, σύμφωνα με τις οποίες η κυβέρνηση ήταν απλά το «θύμα». 

Σύμφωνα με όλες τα δεδομένα που θα περιγράψουμε πιο κάτω, η κυβέρνηση όχι μόνο γνώριζε τις υποκλοπές αλλά έκανε ό,τι μπορούσε από το χέρι της για να στηθεί το σχετικό δίκτυο σε στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ. 


Το τηλεγράφημα

*Στις 25 Ιουνίου 2004 το Associated Press μεταδίδει από την Αθήνα την είδηση ότι «ξεκίνησε η άσκηση οκτώ κρατών προκειμένου να ελεγχθεί η ασφάλεια των Αγώνων της Αθήνας και η κυβέρνηση επιθυμεί να επεκτείνει τις αρμοδιότητες επιτήρησης στον έλεγχο των τηλεφωνικών κλήσεων». 

Στο ίδιο τηλεγράφημα αναφέρεται ότι «ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Γιώργος Βουλγαράκης συναντήθηκε (σ.σ. στην Αθήνα) με την Φράνσις Τάουνσεντ, σύμβουλο αντιτρομοκρατίας του Λευκού Οίκου και τον Φράνσις Τέιλορ, επικεφαλής του Γραφείου Ασφαλείας Διπλωματών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Παρόντες στη συνάντηση ήταν ο Κόφερ Μπλακ, επικεφαλής του Γραφείου Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ο Παύλος Αποστολίδης, διοικητής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Η Αθήνα ξοδεύει περισσότερο από 1,2 δισ. δολάρια για την ασφάλεια των Αγώνων. Η κυβέρνηση επιθυμεί να ελέγχει καλύτερα τις κλήσεις των κινητών και των σταθερών τηλεφώνων».

Τόσο απλά και τόσο ωραία. Ολα όσα μας λένε επί μήνες, από την περίφημη συνέντευξη τύπου των τριών υπουργών στις 2 Φεβρουαρίου, είναι απλή παραπληροφόρηση. Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε μεταξύ των πρώτων της προτεραιοτήτων, τον Ιούνιο του 2004, να αναπτύξει όσο καλύτερα μπορούσε το δίκτυο των τηλεφωνικών υποκλοπών. Και για να το πετύχει, βασιζόταν στη συνεργασία με τις επτά χώρες που μετείχαν στον κεντρικό σχεδιασμό ασφάλειας των Αγώνων και κατά κύριο λόγο βέβαια στις ΗΠΑ. Αυτά, λοιπόν, τα μισόλογα για την «πλατεία Μαβίλη» ή το «τετράγωνο της πρεσβείας» κ.λπ., είναι απλώς για τους αφελείς. 

Εκ του πονηρού είναι και η προσπάθεια να αποδειχτεί η πλήρης επιχειρησιακή αδυναμία της ΕΥΠ σ' αυτά τα ζητήματα. Είναι δεδομένο ότι εκείνη την περίοδο είχε ανατεθεί εν λευκώ το ζήτημα στις αμερικανικές υπηρεσίες. Κι αυτές ανταποκρίθηκαν. Ισως με το παραπάνω. 

Οι φιλότιμες προσπάθειες της ΑΔΑΕ έχουν αναδείξει ύποπτες επικοινωνίες των κινητών-σκιών με τέσσερις ξένες χώρες, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, την Αυστραλία και τη Σουηδία. 

Η τελευταία είναι η έδρα της Ericsson. Οι άλλες τρεις μετείχαν (μαζί με το Ισραήλ, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ισπανία) στην επταμελή Ολυμπιακή Συμβουλευτική Ομάδα, η οποία ουσιαστικά διαχειρίστηκε όλη την υπόθεση της ασφάλειας το 2004. 

Στον επίσημο απολογισμό της αρμόδιας υπηρεσίας των ΗΠΑ (GAO) για την «Ολυμπιακή Ασφάλεια και την Υποστήριξη των ΗΠΑ στους Αγώνες της Αθήνας» (Μάρτιος 2005) αναφέρεται ότι ανώτερος έλληνας αξιωματούχος υπολόγισε σε 75% τη συμβολή των ΗΠΑ στο σχεδιασμό της ασφάλειας, σε 20% τη συμβολή της Μεγάλης Βρετανίας και σε 5% όλων των υπολοίπων. Αλλά σε τι συνίστατο αυτή η βοήθεια; 

Η Ελληνοαμερικανίδα

Κεντρικό πρόσωπο της σύσκεψης για την ασφάλεια των Αγώνων και τις παρακολουθήσεις ήταν, όπως είδαμε, η κυρία Τάουνσεντ, προσωπική σύμβουλος του κ. Μπους σε ζητήματα καταπολέμησης της τρομοκρατίας. 

Ολα τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι η 44χρονη Ελληνοαμερικανίδα -το πλήρες όνομά της είναι Φράνσις Φράγκος Τάουνσεντ και είναι κόρη Ελληνοαμερικανού και Ιρλανδής- είναι ένα πρόσωπο-κλειδί στην υπόθεση.

*Στις 7 Ιουνίου 2004 η κυρία Τάουνσεντ υποδέχτηκε την τότε δήμαρχο Αθηναίων Ντόρα Μπακογιάννη στο Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της πρεσβείας, «η συνάντηση υπήρξε πολύ παραγωγική και συζητήθηκαν οι τελικές προετοιμασίες της Αθήνας για τους Αγώνες και η στενή συνεργασία της ελληνικής και της αμερικανικής κυβέρνησης στον τομέα της ασφάλειας των Ολυμπιακών». 

Για την παραγωγικότητα της συνάντησης δεν μπορεί κανείς να αμφιβάλλει. Πάντως, την επομένη, στις 8 Ιουνίου 2004, ενεργοποιήθηκαν τα διαβόητα καρτοκινητά-σκιές και ξεκίνησε η διενέργεια των υποκλοπών.

*Είχε προηγηθεί (στις 29 Μαρτίου 2004) συνάντηση της Φράνσις Τάουνσεντ με τον κ. Βουλγαράκη στην Αθήνα, 20 μόλις μέρες μετά την εκλογή της κυβέρνησης Καραμανλή. Στη σύσκεψη πήραν μέρος και άλλοι αμερικανοί αξιωματούχοι, ο Φράνσις Τέιλορ, ο διευθυντής αντιτρομοκρατίας του FBI Γκάρι Μπαλ, καθώς και ο αμερικανός πρεσβευτής Τόμας Μίλερ. 

Από ελληνικής πλευράς παρέστησαν ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. αντιστράτηγος Φώτης Νασιάκος, ο αρχηγός του Λιμενικού Σώματος αντιναύαρχος Χρήστος Δελημιχάλης, ο διοικητής της ΕΥΠ Παύλος Αποστολίδης, ο διευθυντής της Διεύθυνσης Ασφάλειας Ολυμπιακών Αγώνων υποστράτηγος Βασίλης Κωνσταντινίδης και ο διευθυντής κλάδου Ολυμπιακών Αγώνων του ΓΕΕΘΑ αντιστράτηγος Βασίλης Γιαννόπουλος. 

*Στις 7 Μαΐου 2004 ο κ. Βουλγαράκης ανταπέδωσε την επίσκεψη και βρέθηκε στις ΗΠΑ για να ενημερώσει τους υπεύθυνους ασφάλειας (και φυσικά την κυρία Τάουνσεντ) συνοδευόμενος από τον τότε αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. Φώτη Νασιάκο και τον τότε διοικητή της ΕΥΠ Παύλο Αποστολίδη. 

*Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται και μετά την Ολυμπιάδα: Στις 12 Απριλίου 2005 και ενώ -σύμφωνα με τις επίσημες δηλώσεις- είχε ήδη περάσει ένας μήνας από την ενημέρωση Κορωνιά, ο κ. Βουλγαράκης βρέθηκε και πάλι στις ΗΠΑ για να συναντήσει μεταξύ άλλων και την κυρία Τάουνσεντ. 

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο κ. Βουλγαράκης έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη συνεργασία με τις ΗΠΑ. Οπως σημείωσε, «η συνδρομή των ΗΠΑ ήταν ιδιαίτερα σημαντική και εστιάστηκε ειδικότερα στον τομέα των πληροφοριών, την εκπαίδευση του προσωπικού, τις ασκήσεις και την παροχή τεχνογνωσίας, εξοπλισμού και μέσων». 

Η συζήτηση διεξήχθη «σε πολύ θετικό κλίμα» και η κυρία Τάουνσεντ εξέφρασε το θαυμασμό της για τον τρόπο που καλύφθηκε το θέμα της ασφάλειας στους Αγώνες και συμφώνησε «με την πρόθεση της Ελλάδας να προσφέρει την έδρα ενός Διαβαλκανικού και Μεσογειακού Κέντρου Μελετών Ασφάλειας και Εκπαίδευσης για την εκπαίδευση και την εξειδίκευση στελεχών αρμόδιων υπηρεσιών ασφάλειας των κρατών της περιοχής με τη συμμετοχή και την υποστήριξη των ΗΠΑ». 

Ο κ. Βουλγαράκης της απάντησε ότι «το μοντέλο που αναπτύξαμε σε επίπεδο διμερούς συνεργασίας, για την εξάρθρωση των τρομοκρατικών οργανώσεων της "17ης Νοέμβρη" και του "ΕΛΑ" στην Ελλάδα, αλλά και για το σχεδιασμό της ασφάλειας των Αγώνων αποτελεί στέρεη παρακαταθήκη».

*Αλλά και στην πρόσφατη επίσκεψη της κυρίας Μπακογιάννη στις ΗΠΑ, η υπουργός Εξωτερικών πλέον της Ελλάδας δεν παρέλειψε να συναντήσει και πάλι την κυρία Τάουνσεντ, αυτή τη φορά αναβαθμισμένη και πανίσχυρη σε ζητήματα ασφάλειας.

Γιατί επιμένουμε στην κυρία Τάουνσεντ; Μα, η ειδικότητά της είναι ακριβώς οι υποκλοπές! Και τα ζητήματα «ασφάλειας» που συζητούσε και συζητά και συναποφασίζει με τους έλληνες αξιωματούχους δεν μπορεί να είναι άλλα από τα ζητήματα του ελέγχου των τηλεφωνικών κλήσεων!

Ο ρόλος της κυρίας Τάουνσεντ

Η σταδιοδρομία της Φράνσις Φράγκος Τάουνσεντ ξεκίνησε το 1985 από την Εισαγγελία του Μπρούκλιν. 

*Πολύ γρήγορα η φιλόδοξη ελληνοαμερικάνα δικηγόρος προβιβάστηκε στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Επί 13 χρόνια (1988-2001) έμεινε στη θέση αυτή. Αναδείχτηκε σε προσωπική φίλη και εξ απορρήτων συνεργάτρια της υπουργού Δικαιοσύνης του Κλίντον Τζάνετ Ρίνο. Ο τότε διευθυντής του FBI Louis Freeh, με τον οποίο διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις η Τάουνσεντ, την ενθάρρυνε να αναλάβει ένα πιο ευαίσθητο πόστο. 

*Με εισήγηση της Ρίνο η Τάουνσεντ τοποθετήθηκε το 1998 επικεφαλής του (τότε) πανίσχυρου OIPR (Office of Intelligence Policy and Review-Γραφείο Πολιτικής και Ελέγχου Πληροφοριών). Πρόκειται για την υπηρεσία που ελέγχει την εφαρμογή του νόμου για τις υποκλοπές, γνωστού ως FISA (Foreign Intelligence Surveillance Act), ο οποίος ορίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί το FBI και άλλες υπηρεσίες να παίρνουν άδεια παρακολούθησης και παγίδευσης υπόπτων για κατασκοπία και τρομοκρατία. Υπάρχει ειδικό δικαστήριο της FISA το οποίο συνεδριάζει μυστικά και λαμβάνει τις αποφάσεις του με βάση τις εισηγήσεις του OIPR.

*Πολύ γρήγορα η υπερδραστήρια Τάουνσεντ ήρθε σε σύγκρουση με τον πρόεδρο του μυστικού αυτού δικαστηρίου, τον Ρόις Λάμπερτ. Υπήρχε πάντα σύγχυση για τις αρμοδιότητες του δικαστηρίου, επειδή τα εντάλματα που εξέδιδε αφορούσαν τη συλλογή πληροφοριών για τις μυστικές υπηρεσίες και όχι για την άσκηση διώξεων. 

Φαίνεται ότι η Τάουνσεντ κατάφερνε με μεγάλη ευκολία να εξασφαλίζει την έγκριση του δικαστηρίου για τους στόχους που επέλεγε, αλλά ορισμένοι εισαγγελικοί κύκλοι την κατηγορούσαν ότι κρατούσε τις πληροφορίες που συγκεντρώνονταν μακριά από τις διωκτικές αρχές και δεν τις βοηθούσε, ακόμα κι αν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις εγκληματικής δραστηριότητας. Μέλημά της ήταν κυρίως η διασφάλιση των πληροφοριών που συγκεντρώνονταν για τις μυστικές υπηρεσίες.

*Το αποτέλεσμα ήταν να κατηγορηθεί μετά τις 11/9/01 το OIPR ως εν μέρει υπεύθυνο για την αποτυχία του FBI να προβλέψει την επίθεση στους δίδυμους πύργους. Αλλά η ίδια η Τάουνσεντ είχε ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία, μετά από μια ανοιχτή σύγκρουση με τον δικαστή Λάμπερτ. 

*Οι επικριτές της απέδωσαν την αρνητική θέση του δικαστή απέναντί της στο γεγονός ότι συχνά το FBI έδινε λάθος πληροφορίες στο δικαστήριο, προκειμένου να εξασφαλίσει τα εντάλματα που ήθελε. Η αποχώρηση της Τάουνσεντ οφείλεται και στο γεγονός ότι η Ρίνο είχε αποχωρήσει από το υπουργείο Δικαιοσύνης, δίνοντας τη θέση της στον Τζον Ασκροφτ.

*Αλλά δεν έμεινε χωρίς δουλειά η Τάουνσεντ. Από τον Αύγουστο του 2001 τοποθετήθηκε σε μια θέση παροπλισμένων στελεχών: υποδιοικητής της υπηρεσίας πληροφοριών της Ακτοφυλακής. Είχε την τύχη, όμως, με το τρομοκρατικό χτύπημα να αναδειχθεί η Ακτοφυλακή μετά από λίγες μέρες σε βασικό παράγοντα του αντιτρομοκρατικού σχεδιασμού. 

*Οι ειδικές ικανότητες της Τάουνσεντ εκτιμήθηκαν και από την κυβέρνηση Μπους. Πριν περάσουν δύο χρόνια, το 2003, διορίστηκε υπαρχηγός της τότε συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας Κοντολίζα Ράις, με αρμοδιότητα στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Ο ρόλος της ήταν να οργανώσει το σχεδιασμό ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας εκ μέρους του Λευκού Οίκου! Από το 2004 η Φράνσις Τάουνσεντ είναι προσωπική σύμβουλος του προέδρου Μπους σε ζητήματα ασφάλειας της χώρας.

Οπως θυμίζουμε σε διπλανές στήλες, με αφορμή τον διορισμό του πτέραρχου Μάικλ Χέιντεν στη θέση του διευθυντή της CIA, οι υποκλοπές έχουν αναδειχθεί σε κύριο μέλημα των αμερικανικών υπηρεσιών μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.

Η καταγωγή της κυρίας Τάουνσεντ από ελληνοαμερικανό πατέρα τη διευκόλυνε ασφαλώς στις επαφές της με τους έλληνες αξιωματούχους. Αλλά κυρίως τη βοήθησε να αναδειχτθεί στο πλάι ενός άλλου Ελληνοαμερικανού, του Τζον Νεγκροπόντε, στον οποίο έχει αναθέσει ο πρόεδρος Μπους το συντονισμό και τον έλεγχο όλων των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. 

Αλλά Ελληνοαμερικανός ήταν και ένα άλλο σημαντικό πρόσωπο της υπόθεσης: ο υποδιοικητής ασφάλειας της (ελληνικής κατά τα άλλα) Επιτροπής Οργάνωσης των Ολυμπιακών. 

Νόμος είναι το δίκιο του κοριού

Αν θυμηθούμε την αντιτρομοκρατική υστερία της διεθνούς κοινότητας τις παραμονές των Αγώνων, θα καταλάβουμε ότι κανείς αξιωματούχος, Ελληνας, Αμερικάνος ή Ελληνοαμερικάνος, δεν απασχολούνταν το πρώτο εξάμηνο του 2004 με μικρολεπτομέρειες όπως η νομιμότητα των ευαίσθητων προγραμμάτων ασφάλειας. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν με μοναδικό κριτήριο το αποτέλεσμα. Το ομολόγησε ο ίδιος ο κ. Βουλγαράκης κατά την τελετή παράδοσης-παραλαβής της διοίκησης της ΕΥΠ από τον κ. Αποστολίδη στον κ. Κοραντή (22/11/04). 

Είχε πει τότε ο κ. Βουλγαράκης ότι κατά την περίοδο των Αγώνων «ο πολύς κόσμος δεν έχει αντιληφθεί τι συνέβαινε και φαντάζομαι ότι θα περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβη εκείνη την περίοδο». Και είχε ευχαριστήσει τον απερχόμενο διοικητή της ΕΥΠ που τον βοήθησε «σε πολύ κρίσιμες στιγμές και σε στιγμές που από την απόφαση την οποία σαν υπουργός θα έπαιρνα θα δεσμευόταν όχι μόνο το υπουργείο ή η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών αλλά ουσιαστικά η ίδια η χώρα. Θα δεσμευόταν, δηλαδή, η θέση της χώρας σε σχέση με ζητήματα για τα οποία καλούμουν να αποφασίσω και στα οποία δεν υπήρχε περισσότερος χρόνος αλλά και για τα οποία θεσμικά σαν πρόεδρος του Συντονιστικού Συμβουλίου Ολυμπιακής Ασφάλειας ήμουν εγώ ο υπεύθυνος. Πάνω από μένα ήταν μόνο ο πρωθυπουργός».

Σήμερα γνωρίζουμε ένα από αυτά τα ζητήματα που «δέσμευσαν τη χώρα». Ηταν η κερκόπορτα των κοριών.

Αυτό που συνέβη, λοιπόν, με τις υποκλοπές είναι αυτό που περιγράφει ο πρώην διπλωμάτης των ΗΠΑ Μπρέιντι Κίσλινγκ σε ένα σχόλιο γραμμένο στην ιστοσελίδα του μετά το γνωστό άρθρο του στο περιοδικό «The Nation» και τις συνεντεύξεις που έδωσε στον ελληνικό τύπο. 

Το κλειδί στην περίπτωση της Vodafone είναι το περιβόητο λογισμικό των «νόμιμων συνακροάσεων» της Ericsson. Η επίσημη ενεργοποίησή του θα είχε λύσει το πρόβλημα, αλλά η Vodafone «θα έπρεπε να πληρώσει στην Ericsson 4 εκατ. ευρώ. Η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται ότι αρνήθηκε να πληρώσει αυτό το ποσό, παρά τη σφοδρή επιθυμία της να υπάρχει δυνατότητα τηλεφωνικών υποκλοπών κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ενας λόγος ήταν ότι δεν υπήρχε ακόμα τότε μια καθαρή θεσμική βάση για παρόμοιες υποκλοπές. Το σχετικό προεδρικό διάταγμα δημοσιεύτηκε μόλις τον Μάρτιο του 2005». 

Την ημέρα, δηλαδή, που έγινε η διαβόητη συνάντηση Κορωνιά-κυβέρνησης: «Προφανώς κάποιος έπεισε ένα στέλεχος της Vodafone ή της Ericsson με πρόσβαση στο δίκτυο να τοποθετήσει το πρόσθετο λογισμικό». 

Αυτή η διαδικασία, δηλαδή να «πείθονται» οι εταιρείες ή στελέχη τους, είναι η προσφιλής νέα μέθοδος συνεργασίας των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με τις εταιρείες επικοινωνιών. Οπως αποκάλυψε η εφημερίδα «New York Times» στις 24/12/05, οι μεγαλύτερες εταιρείες τηλεπικοινωνιών στις ΗΠΑ συνεργάζονται μυστικά στις παρακολουθήσεις με την κυβέρνηση και ειδικά με την υπηρεσία NSA, παραχωρώντας ατύπως τους κωδικούς τους: «Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν πάντα στενές σχέσεις με τις εταιρείες επικοινωνιών και υπολογιστών. Ομως, η μυστική πρόσβαση της NSA σε μεγάλους τηλεπικοινωνιακούς κόμβους αποτελεί σημαντική επέκταση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της υπηρεσίας».

Αυτά δεν είναι άγνωστα και στην Ελλάδα. Οπως αποκαλύπτει στις αναμνήσεις του ο παλιός διοικητής της ΕΥΠ Κώστας Τσίμας, όταν η υπηρεσία χρειαζόταν κάτι από τις τράπεζες, επισκεπτόταν ο ίδιος τους διοικητές τους και έσπαγε το «απόρρητο» χωρίς καμιά δυσκολία, και βέβαια χωρίς κανένα ένταλμα («Σελίδες Ζωής», έρευνα-επιμέλεια Νίκος Κλειτσίκας, «Προσκήνιο», Αθήνα 2004, σελ. 233). 

Υστερα από όλα αυτά είναι ασφαλώς αστείο το επιχείρημα της τεχνολογικής και επιχειρησιακής ένδειας της ΕΥΠ. Σε καμιά περίπτωση δεν λειτούργησε αυτόνομα στον τομέα των υποκλοπών εκείνη την περίοδο η Ελληνική Υπηρεσία Πληροφοριών. 

Ακόμα πιο παραπειστικό είναι το επιχείρημα ότι δεν υπήρχε καν τεχνολογία παρακολούθησης κινητών τηλεφώνων. Η τεχνολογία υπάρχει ήδη από τα τέλη της περασμένης δεκαετίας, κάτω από την πίεση των ΗΠΑ σε όλες τις εταιρείες του κλάδου να αναπτύξουν λογισμικό παρακολούθησης συμβατό με τα συστήματά τους! Από το 1992 καταγράφονται σκάνδαλα παρακολούθησης κινητών (στη Χιλή), ενώ τα επίσημα στοιχεία της Γαλλίας δείχνουν μια συνεχή αύξηση των παγιδεύσεων κινητών σε σχέση με τα σταθερά τηλέφωνα. Από το 12% στο σύνολο των παγιδεύσεων τον Ιανουάριο του 1999 η παρακολούθηση κινητών έφτασε το 27,5% το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου («Commission nationale de controle des interceptions de securite»).

*Μένει το ερώτημα που επιμένει να θέτει η κυβέρνηση: Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζαμε και να είμαστε ταυτόχρονα στόχοι παρακολούθησης; 

*Κατ' αρχήν είναι σίγουρο ότι η λίστα των παρακολουθούμενων αριθμών που έχει δοθεί στη δημοσιότητα δεν είναι παρά συμπίλημα διαφόρων υποκαταλόγων. Ασφαλώς δεν είναι ενιαία. Οι πιθανότητες να είναι «πειραγμένη» δεν πρέπει να υποτιμούνται. Αλλωστε, ο κ. Βουλγαράκης κάποια στιγμή πρόσθεσε νέα ονόματα. 

Αλλά σύμφωνα με πληροφορίες από ειδικούς των υπηρεσιών, ορισμένα από τα τηλέφωνα αξιωματούχων που αναφέρονται στη λίστα των υποκλοπών ανήκουν στα επισήμως παρακολουθούμενα, για την προστασία και την ασφάλεια του κατόχου. Μ' άλλα λόγια, έχει γίνει ένα σκόπιμο μπλέξιμο τηλεφώνων που παρακολουθούνται με τη συναίνεση των κατόχων, και τηλεφώνων πολιτών-στόχων! 

Αντίθετα, λοιπόν, με όσα λέγονται και γράφονται κατά κόρον τις τελευταίες ημέρες, η αποκάλυψη της εμπλοκής των ΗΠΑ στις υποκλοπές δεν είναι αυτό που φοβίζει την ελληνική κυβέρνηση. Ισχύει το αντίθετο. Εκείνο που φοβάται η κυβέρνηση είναι μήπως αποκαλυφθεί η δική της ευθύνη και συμμετοχή στην υπόθεση. Γιατί όσο όλοι δείχνουν μόνο προς την πλατεία Μαβίλη, η Κατεχάκη και το Μαξίμου θα βρίσκονται στο απυρόβλητο...




Ο πτέραρχος-κοριός

Με τον ορισμό του πτεράρχου Μάικλ Χέιντεν στη θέση του διευθυντή της CIA την περασμένη Δευτέρα, ο Τζορτζ Μπους επικύρωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την πεποίθηση της κυβέρνησής του ότι «ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» ισοδυναμεί με τη διενέργεια υποκλοπών πέρα από κάθε όριο που θέτει ο νόμος. 

Γιατί ο Χέιντεν δεν ήταν απλά ο διοικητής της NSA, δηλαδή της μυστικής υπηρεσίας που ασχολείται ειδικά με τις παρακολουθήσεις των επικοινωνιών σε πλανητική κλίμακα, και ο άμεσος συνεργάτης του Τζον Νεγκροπόντε, του Ελληνοαμερικανού στον οποίο ο κ. Μπους έχει αναθέσει το καθήκον να συντονίζει όλες τις μυστικές υπηρεσίες. Είναι επιπλέον ο άνθρωπος που ανέλαβε να υποστηρίξει ανοιχτά τη διενέργεια υποκλοπών χωρίς δικαστική νομιμοποίηση.

Τον περασμένο Δεκέμβριο η εφημερίδα «New York Times» αποκάλυψε ότι, λίγους μήνες μετά την 11/9/01, ο Μπους επέτρεψε μυστικά στην NSA να παρακολουθεί τις επικοινωνίες εκατοντάδων ή και χιλιάδων πολιτών στις ΗΠΑ που θεωρούνταν ύποπτοι για σχέση με την τρομοκρατία (James Risen - Eric Lichtblau, «Bush lets US Spy on callers without courts», 16/2/05). Το δημοσίευμα προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο, διότι έως τότε οι πολίτες στις ΗΠΑ είχαν επαναπαυθεί, με τις συνεχείς διαβεβαιώσεις ότι η NSA ασχολείται αποκλειστικά με παρακολουθήσεις εκτός συνόρων. Ο Λευκός Οίκος είχε ζητήσει από την εφημερίδα να μη δημοσιεύσει το άρθρο, με τη δικαιολογία ότι μπορεί να ενημερωθούν από το δημοσίευμα οι παρακολουθούμενοι στόχοι και ν' αρχίσουν να παίρνουν προφυλάξεις. 

Μια μέρα μετά το δημοσίευμα υποχρεώθηκε ο Μπους να κάνει ραδιοφωνικό διάγγελμα (στις 17/12/05) για να υποστηρίξει ότι δεν πρόκειται για αντισυνταγματική εκτροπή: «Είναι ένα άκρως απόρρητο πρόγραμμα, κρίσιμο για την εθνική μας ασφάλεια. Ο στόχος του είναι να ανιχνεύσει και να προλάβει τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον των ΗΠΑ, των φίλων και των συμμάχων μας. Χτες η ύπαρξη αυτού του απόρρητου προγράμματος αποκαλύφθηκε στα μέσα ενημέρωσης, αφού διέρρευσε με απαράδεκτο τρόπο. Συνέπεια αυτής της διαρροής είναι ότι οι εχθροί μας έμαθαν πληροφορίες που δεν έπρεπε να έχουν και η αποκάλυψη χωρίς άδεια αυτής της προσπάθειάς μας βλάπτει την εθνική ασφάλεια και θέτει τους πολίτες σε κίνδυνο. Η αποκάλυψη απόρρητων πληροφοριών είναι παράνομη, προειδοποιεί τον εχθρό και θέτει σε κίνδυνο τη χώρα μας».

Κάτω από το βάρος του σκανδάλου, υποχρεώθηκε και το υπουργείο Δικαιοσύνης να εκδώσει στις 22/12/05 γνωμάτευση, με την οποία επιχειρείται να δοθεί μια εκ των υστέρων νομιμοποίηση στην προεδρική εντολή.

Η ουσία είναι ότι επιβεβαιώνεται η παράκαμψη του νομικού συστήματος που ίσχυε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας με το δικαστήριο της FISA, που περιγράφεται στις διπλανές στήλες. «Δεν μπλέκουμε με τις επικοινωνίες του οπουδήποτε» προσπάθησε να καθησυχάσει την κοινή γνώμη ο πτέραρχος: «Κυνηγάμε ορισμένες πολύ συγκεκριμένες επικοινωνίες, για τις οποίες η επαγγελματική μας κρίση λέει ότι υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι συνδέονται με άτομα τα οποία θέλουν να σκοτώσουν Αμερικανούς. Γι' αυτό το κάνουμε» (23/1/06). 

Το ενδιαφέρον σ' αυτή τη μοναδική δημόσια ομιλία του Χέιντεν είναι ότι όχι μόνο ισχυρίζεται ότι αυτές οι παράνομες παγιδεύσεις τηλεφώνων είναι απαραίτητες, αλλά εξηγεί και τους λόγους που δεν πρέπει να γνωρίζουμε καν ότι γίνονται. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του CNN, ήταν σαφής: «Οι συνεχείς αποκαλύψεις και αναφορές γίνονται ορατές από τον εχθρό και δεν βλέπω πώς μπορούν να βοηθήσουν. Το μόνο που κάνουν είναι ότι μειώνουν την ικανότητά μας να προβλέπουμε τις επιθέσεις».

Είναι δεδομένο ότι από τη στιγμή που κύριος εχθρός θεωρείται για τις ΗΠΑ το φάντασμα «Αλ Κάιντα», ο μοναδικός σχεδόν τρόπος συλλογής πληροφοριών είναι η παγίδευση των επικοινωνιών. Αυτός είναι ο λόγος της αναβάθμισης της NSA και της ανάδειξης στελεχών ειδικευμένων σε ζητήματα παγιδεύσεων όπως ο Χέιντεν ή η Τάουνσεντ. Αν, βέβαια, ψάχνοντας για την Αλ Κάιντα, χάσουμε και λίγο από την περιορισμένη δημοκρατία που είχαμε, who cares?








ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Chitra Ragavan
«Α skillful survivor»
 (US News & World Report, 12/6/04)
Το ιστορικό της ανάδειξης της Φράνσις Φράγκος Τάουνσεντ στη θέση του άμεσου συνεργάτη του προέδρου Μπους σε θέματα τρομοκρατίας και εσωτερικής ασφάλειας.

United States Government Accountability Office
«Olympic Security» U.S. Support to Athens Games Provides Lessons for Future Olympics
 (May 2005)
Η επίσημη έκθεση προς το Κογκρέσο για τον απολογισμό της Ολυμπιακής Ασφάλειας του 2004. Αποκαλυπτικές αναφορές για την άνευ ορίων «βοήθεια» που προσέφεραν οι ΗΠΑ στις ελληνικές υπηρεσίες ασφάλειας. Το κείμενο είναι, βέβαια, φειδωλό ως προς τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών. Αναφέρεται απλώς ότι «συνέβαλε η CIA και άλλες υπηρεσίες». 

General Michael V. Hayden
«What American Intelligence & especially the NSA have been doing to defend the nation»
 (Ουάσιγκτον, 23/1/06)
Δημόσια υπεράσπιση των υποκλοπών από τον τότε επικεφαλής της NSA και ήδη διευθυντή της CIA. (www.fas.org/irp/news/2006/01/hayden012306.html)





απο το iospress.gr (εδώ)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου