Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Το κόμμα των πλουσίων

Η κυβέρνηση δεν αποστρέφεται τους πλούσιους της χώρας όσο θέλει να πιστεύουμε. Αυτό δείχνει μια σειρά από ενέργειες που έχει κάνει, που ευνόησαν επιχειρηματίες του λεγόμενου “μεγάλου κεφαλαίου”. Κι ενώ ορισμένες από αυτές ήταν δικαιολογημένες και απαραίτητες, τα κίνητρα για κάποιες άλλες δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα.


του Τάσου Τέλλογλου

Την βραδιά της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για την αντισυνταγματικότητα του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες, η κυβερνητική εκπρόσωπος Όλγα Γεροβασίλη εξέφρασε τη λύπη της διότι τα χρήματα από τον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες θα γύριζαν στις τσέπες «πολύ πλούσιων ανθρώπων». Αλλά η αποστροφή είναι παραπλανητική. Ο ΣΥΡΙΖΑ (και βεβαίως οι ΑΝΕΛ) είχε πάντα πολύ στενές σχέσεις με πολύ πλούσιους ανθρώπους και μερικούς τους εξυπηρέτησε πολύ καλύτερα από την κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου. Όχι πάντα αδικαιολόγητα.

Ένα “πάρε-δώσε” με παρελθόν

Μάιος 2012, σε ένα γραφείο στα βόρεια προάστια. Το ερώτημα που υποβάλλει ο γράφων σε έναν από τους δέκα μεγαλύτερους επιχειρηματίες της χώρας είναι αν υποστηρίζει και οικονομικά τον ΣΥΡΙΖΑ και γιατί το κάνει αυτό. «Είναι διαφορετικοί, είναι νέοι και θα πρέπει να τους δώσουμε μια ευκαιρία να κάνουν μιαν άλλη διαπραγμάτευση», απαντάει. Είναι η ίδια περίοδος που ο Νίκος Παππάς δέχεται επιχειρηματίες στη σουίτα γωνιακού ξενοδοχείου της πλατείας Συντάγματος και ο Τσίπρας βλέπει οικονομικούς παράγοντες στο σπίτι του Αλέκου Φλαμπουράρη για να του δώσουν ιδέες. Στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση των ευρωεκλογών του 2014 η Γιάννα Αγγελοπούλου θα φέρει το κόμμα της αντιπολίτευσης σε επαφή με την εταιρεία “Teneo” του επικεφαλής των συμβούλων της Χίλαρι Κλίντον, Ντάγκλας Μπαντ.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το σύνολο της επιχειρηματικής κοινότητας μοιάζει να έχει γυρίσει την πλάτη στον ΣΥΡΙΖΑ και το δίδυμο Τσίπρα-Παππά. Το σύνολο; Όχι ακριβώς. Στον τομέα της ενέργειας, της ναυτιλίας, των τραπεζών, των κατασκευαστικών, ακόμα και στη διοίκηση του ΣΕΒ, ορισμένοι καλοβλέπουν ακόμα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, αφού αποδείχθηκε πρόθυμη να αντιμετωπίσει υπαρκτά προβλήματα αλλά και να κάνει “χάρες”, είτε από πεποίθηση είτε από άγνοια. Και παρά την γκρίνια για την υπερφορολόγηση, ορισμένοι επιχειρηματίες ελπίζουν να μείνει άλλον ένα τουλάχιστον χρόνο στην εξουσία, για να ολοκληρώσει εκείνα που δεν θα μπορούσε η ΝΔ, όπως την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

Οι επιχειρηματίες της ενέργειας

Πριν από δύο εβδομάδες η Καθημερινή αποκάλυψε ότι οι έλεγχοι στο κύκλωμα διακίνησης καυσίμων μειώθηκαν κατά επτά φορές στη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα της συγκυβέρνησης ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. 

«Η απομάκρυνση του υπουργού καταπολέμησης της διαφθοράς Παναγιώτη Νικολούδη είχε σχέση και με την απροθυμία του να μειωθούν αυτοί οι έλεγχοι», λέει πρώην συνεργάτης της κυβέρνησης στον τομέα της καταπολέμησης της διαφθοράς. Όσον αφορά το σύστημα ελέγχου σε μεγαλύτερες εγκαταστάσεις, όπως είναι οι αποθήκες καυσίμων και τα διυλιστήρια, αυτό δεν έχει καν εγκατασταθεί. Στο σημείο αυτό βέβαια η σημερινή κυβέρνηση δεν έκανε πολύ λιγότερα από τις προηγούμενες, αφού ούτε εκείνες ήταν πρόθυμες να το ενεργοποιήσουν.

Εκεί που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ έκανε περισσότερα, είναι στο να μειώσει το κόστος του ρεύματος αλλά και του φυσικού αερίου για τους βιομηχανικούς καταναλωτές και τους ηλεκτροπαραγωγούς. Η μείωση της τιμής του φυσικού αερίου έγινε με την δραστική περικοπή του ειδικού φόρου κατανάλωσης και χαιρετίστηκε από το σύνολο της βιομηχανίας.
Το σημαντικότερο και πιο ενδεικτικό ζήτημα αποτελεί η τιμή του ρεύματος που κατάφερε μετά από χρόνια προσπάθειας να εξασφαλίσει η βιομηχανία-έμβλημα του ομίλου Μυτιληναίος, η «Αλουμίνιον της Ελλάδος». Το φθινόπωρο του 2013 η «Αλουμίνιον» κέρδισε διαιτησία με την οποία της αναγνωριζόταν το δικαίωμα να αγοράζει το ρεύμα από τη ΔΕΗ στα 36,6 ευρώ/1000 κιλοβατώρες (συν τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις), δηλαδή κάπου 20 ευρώ φθηνότερα από ό,τι οι άλλες βιομηχανίες. Αν και η ΔΕΗ είχε συνυπογραψει την προσφυγή στην διαιτησία, προσέφυγε στην ΕΕ θεωρώντας ότι το να πουλάει ρεύμα κάτω του κόστους της συνιστά κρατική ενίσχυση. Η ΕΕ αποφάσισε δύο φορές ότι η τιμή αυτή δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, ενώ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο οποίο επίσης είχε προσφύγει η ΔΕΗ συμφώνησε με την Κομισιόν, δικαίωσε δηλαδή τον Μυτιληναίο. Τόσο η πολιτική έναντι της «Αλουμίνιον» όσο και έναντι των άλλων μεγάλων βιομηχανικών καταναλωτών ρεύματος στηριζόταν σε μια “σταυροειδή” επιδότηση της οικιακής κατανάλωσης από τη μεγάλη βιομηχανία και το εμπόριο. Δηλαδή για να πληρώνουμε φθηνότερο οικιακό ρεύμα, τα εργοστάσια πλήρωναν ρεύμα ακριβότερο από ό,τι στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Όλοι αναγνώριζαν πως αυτό θα έπρεπε να αλλάξει, αλλά ουδείς τολμούσε να το κάνει.
Ο όμιλος Μυτιληναίου και το λόμπι των ηλεκτροβόρων βιομηχανιών (ΕΒΙΚΕΝ) γρήγορα απέκτησαν ισχυρή πρόσβαση στον ΣΥΡΙΖΑ –όσο ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση– εξηγώντας στον ίδιο τον Τσίπρα ότι χωρίς μείωση της τιμής της ενέργειας, όσο και αν μειώνονταν τα μεροκάματα, οι θέσεις εργασίας στη βιομηχανία της χώρας θα χάνονταν μαζικά. «Έτσι σιωπηρά περικόψαμε το κόστος για τους μεγάλους παραγωγούς, χωρίς να το μετακυλήσουμε εξ ολοκλήρου στους οικιακούς καταναλωτές. Το κάναμε απλά έλλειμμα της ΔΕΗ...» ομολόγησε στο inside story στέλεχος της σημερινής διοίκησης της επιχείρησης που πρόσκειται στο ΣΥΡΙΖΑ.

Το αποτέλεσμα ήταν η ΔΕΗ να υπογράψει στις αρχές Οκτωβρίου με τον όμιλο Μυτιληναίου τετράχρονη ανακωχή. Αυτή περιλαμβάνει όρους σύμφωνα με τους οποίους η πιο ενεργοβόρα βιομηχανία της χώρας θα αγοράζει ρεύμα σε τιμή χαμηλότερη από αυτήν της διαιτησίας (31,6 ευρώ) αλλά θα προκαταβάλλει στην αρχή κάθε χρόνου το 30% της αξίας του ρεύματος που θα καταναλώνει και θα δώσει στην ΔΕΗ στην αρχή εφαρμογής της συμφωνίας 100 εκατ. ευρώ σε ένα είδος δανεισμού από τον μεγαλύτερο καταναλωτή στον μεγαλύτερο παραγωγό, προκειμένου ο τελευταίος –η ΔΕΗ δηλαδή– να μην καταρρεύσει. Στην επίτευξη της συμφωνίας σημαντικό ρόλο έπαιξε ο υπουργός Πάνος Σκουρλέτης.

Να σημειωθεί πως όταν η ΔΕΗ έκανε τη συμφωνία με την «Αλουμίνιον», φορείς του κράτους όπως το ΤΑΙΠΕΔ, του οποίου προΐσταται ένας από τους πολιτικούς “πατέρες” του Τσίπρα, ο Στέργιος Πιτσιόρλας, διαφώνησαν. Ο λόγος ήταν πως η συμφωνία της ΔΕΗ με την «Αλουμίνιον» θα συνέβαλε ώστε να πέσει η αξία της ΔΕΗ και αυτό δεν το επιθυμούσε ο Πιτσιόρλας, ενόψει της προσπάθειάς του να την πουλήσει σε ιδιώτες.

Η συμφωνία της «Αλουμίνιον» άνοιξε τον δρόμο σε μια ολόκληρη σειρά ενεργοβόρων βιομηχανιών ώστε να διεκδικήσουν και να πετύχουν και αυτές χαμηλότερες τιμές ρεύματος. Το αίτημα του φθηνότερου ρεύματος τίθεται διαχρονικά από τις συγκεκριμένες και είναι δίκαιο, καθώς εξασφαλίζει μικρότερο κόστος παραγωγής και άρα μακροπρόθεσμα θέσεις εργασίας. Αλλά το γεγονός ότι η «Αλουμίνιον» το εξασφάλισε προνομιακά και πρώτη δεν αποδεικνύει μόνο ότι είχε κινηθεί μεθοδικά και πριν από όλους στην κατεύθυνση αυτή, αλλά και πως είχε φροντίσει να καλλιεργήσει τις σχέσεις της με το πολιτικό προσωπικό του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να γίνει δυνατή η ιδιαίτερα χαμηλή τιμή που εξασφάλισε.

Να σημειωθεί ότι επί κυβέρνησης Σαμαρά η μη επίλυση του προβλήματος της τιμής του βιομηχανικού ρεύματος και η ανεπαρκής προβολή του από τον ΣΕΒ –όπως έκριναν κάποιοι βιομήχανοι– είχε οδηγήσει σε ρήξη στους κόλπους του συλλόγου, με τον όμιλο Στασινόπουλου και την τελευταία κλωστοϋφαντουργία της χώρας, την «Επίλεκτο», να εξετάζουν τη δυνατότητα δημιουργίας αντισυνδέσμου βιομηχανιών, κίνηση που εκτονώθηκε μετά την εκλογή του Θ. Φέσσα στη θέση του προέδρου του ΣΕΒ.

Οι σχέσεις με τον Σύλλογο Ελλήνων Βιομηχάνων

Ο ίδιος ο Θ. Φέσσας, ως πρόεδρος του ΣΕΒ, υποστήριξε την πρόταση του Τσίπρα για αύξηση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών και όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε είχε πει ότι ο πρωθυπουργός του είχε κάνει σαφές ότι διαφορετικά «δεν θα έκλεινε η διαπραγμάτευση». Και αυτή η σχέση όμως, όπως όλες, είναι στη βάση του give and take. Έτσι, ο ΣΕΒ ποντάρει βάσιμα στον Τσίπρα για να περάσει μη δημοφιλή μέτρα στα εργασιακά, όπως οι ομαδικές απολύσεις. Ορισμένα από τα μέλη της ηγεσίας του συνδέσμου –ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Φέσσας– πιστεύουν ότι παρόμοια μέτρα θα “περάσουν” ευκολότερα με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, παρά με τον σημερινό σχηματισμό εξουσίας στην αντιπολίτευση.

Οι σχέσεις με τους εφοπλιστές

Για το προεδρείο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, ο συνομιλητής τους στην κυβέρνηση δεν ήταν ο Νίκος Παππάς ούτε ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά ο υπουργός Ανάπτυξης Γιώργος Σταθάκης, που λόγω οικογενειακής ιστορίας «μπορούσε να τους καταλάβει καλύτερα», όπως εκμυστηρεύτηκε στο inside story ένα μέλος του προεδρείου. Η φορολόγηση των εφοπλιστών περιλαμβάνεται, μετά από πίεση της ΕΕ, στη δεύτερη αξιολόγηση που βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη, και σύμφωνα με πηγή από το προεδρείο οι εφοπλιστές ήδη πιέζουν να μετατεθεί η συζήτηση για το θέμα αυτό στο απώτερο μέλλον. Και έχουν βάσιμες ελπίδες ότι θα το καταφέρουν. «Κάνουν ό,τι τους λέμε...», μας είπε ένα μέλος του προεδρείου της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, για να συμπληρώσει ότι «είναι η καλύτερη κυβέρνηση που είχαμε μέχρι τώρα». Ο γράφων πίστευε ότι ήταν μια βεβιασμένη εκτίμηση του συνομιλητή του, μέχρι να συναντηθεί με σύμβουλο του υπουργού Οικονομικών για τα φορολογικά των εφοπλιστών, ο οποίος του εξήγησε ότι η πολιτική της κυβέρνησης είναι «να πληρώνουν οι μικροί και οι μεσαίοι, και οι μεγάλοι να τοποθετούν τα χρήματά τους στη χώρα». Θα ήταν κάτι σχεδόν φυσιολογικό, αν στην κυβέρνηση δεν ήταν ένα κόμμα της αριστεράς.

Όμως δεν είναι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ που βοηθάει την ομάδα αυτή των κεφαλαιούχων. Σημαντικό ρόλο παίζει και ο μικρότερος εταίρος του κυβερνητικού συνασπισμού, οι ΑΝΕΛ. Ο Πάνος Καμμένος έχει παρέμβει στη Βουλή για μικρότερους εφοπλιστές, που θεωρούν ότι έχουν αδικηθεί σε φορολογικούς ελέγχους, ενώ από το βήμα της Βουλής έχει καταγγείλει την προηγούμενη ηγεσία του Κέντρου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ), η οποία διενεργούσε συστηματικά ελέγχους σε εφοπλιστές.

Ο κλάδος των κατασκευαστών

Την τελευταία εβδομάδα του Οκτωβρίου ολοκληρώθηκε η ακρόαση των εκπροσώπων των κατασκευαστικών εταιρειών στην ολομέλεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού, όπου κατηγορούνται για σύμπραξη σε αντι-ανταγωνιστική πρακτική. Οι εκπρόσωποι των κατασκευαστών, ιδιαίτερα των τριών μεγάλων εταιρειών «Άκτωρ», «Τέρνα» και «JP Άβαξ», είχαν ζητήσει από την κυβέρνηση Σαμαρά να τους προφυλάξει από τυχόν ποινικές ευθύνες στα λεγόμενα «συρρέοντα αδικήματα» (όπως είναι οι πράξεις δωροδοκίας ή απιστίας που θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνονται σε μια χρόνια αντι-ανταγωνιστική πρακτική) στην περίπτωση που προέκυπταν τέτοιες από τις εναρμονισμένες πρακτικές του καρτέλ για το οποίο κατηγορούνται. Η κυβέρνηση Σαμαρά, φοβούμενη τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν θέλησε να αγγίξει το θέμα. Τον Μάιο του 2016 ο υπουργός Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ Δ. Παρασκευόπουλος μαζί με τον υπουργό Ανάπτυξης Γ. Σταθάκη και τον υπουργό Οικονομικών Ευ. Τσακαλώτο φέρνουν στη Βουλή διάταξη με την οποία τα συρρέοντα με την αντι-ανταγωνιστική συμπεριφορά αδικήματα δεν τιμωρούνται ποινικά. Αμέσως ξεσηκώνονται δημοσιογράφοι και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ και η πρόταση επαναδιατυπώνεται. Αντί της ποινικής ασυλίας καθιερώνεται η διαδεδομένη στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη διευθέτηση, σύμφωνα με την οποία, αν οι εταιρείες αποδεχθούν τις ευθύνες τους στις εναρμονισμένες πρακτικές και πληρώσουν το πρόστιμο, κλείνει η υπόθεση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι προστατεύονται από τον κάθε εισαγγελέα, όπως ήθελαν αρχικά).

Στις αρχές του Οκτωβρίου 2016 οι κατασκευαστές φέρνουν ξανά το θέμα της ασυλίας για συζήτηση, αντιπροσωπεία τους μάλιστα πηγαίνει στη Νέα Δημοκρατία για να την πείσει ότι θα πρέπει να δεχθεί την ασυλία στα συρρέοντα αδικήματα. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αρνείται να συμφωνήσει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρεί εκτός των άλλων ότι οι κατασκευαστές, ιδιαίτερα ο μεγαλύτερος κατασκευαστικός όμιλος της χώρας «Άκτωρ-Ελληνική Τεχνοδομική», έχουν κάνει πολλές παραχωρήσεις στη σημερινή κυβέρνηση. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τη δύσκολη θέση στην οποία έφεραν τον όμιλο Μπόμπολα οι φορολογικές εκκρεμότητες των δύο αδελφών, η υπόθεση του «Άκτορα» στην Κύπρο με το αίτημα των κυπριακών αρχών να εκδοθεί ο Λεωνίδας Μπόμπολας και το μπλοκάρισμα των τραπεζικών λογαριασμών του τηλεοπτικού καναλιού MEGA. Αποτέλεσμα της σχέσης που δημιουργήθηκε φαίνεται πως ήταν και η εντυπωσιακή φιλοκυβερνητική στροφή της καθημερινής εφημερίδας Έθνος που εκδίδει ο Φώτης Μπόμπολας, αδελφός του μετόχου του κατασκευαστικού ομίλου «Άκτωρ-Ελληνική Τεχνοδομική», Λεωνίδα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι τράπεζες

Καμία κατηγορία επιχειρηματιών όμως δεν έφθασε στο σημείο να κάνει τέτοια δραματική πολιτική στροφή στις σχέσεις με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, όσο οι τραπεζίτες. Ο πρώην πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς Μιχάλης Σάλλας, από εκεί που εξυμνούσε τον Αντώνη Σαμαρά έφτασε στο σημείο να συζητά με τον Νίκο Παππά για τον νέο επικεφαλής της MIG (σ.σ. που ανήκει στον όμιλο Πειραιώς), παρά το γεγονός ότι σχεδόν έναν χρόνο πριν είχε υποστεί μία χωρίς προηγούμενο μείωση της αξίας της τράπεζας από την «περήφανη διαπραγμάτευση» των αρχών του 2015.

Ο Σάλλας χρειάζεται ακόμα και τώρα την κυβέρνηση στην αντιπαράθεσή του με έναν από τους μετόχους της τράπεζας, τον Αμερικανό Τ. Πώλσον, που ακολούθησε μια πολύ επιθετική πολιτική προσπαθώντας να τοποθετήσει διοίκηση της επιλογής του στην Πειραιώς. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ πήρε τη θέση του Σάλλα στη διαμάχη, ταυτόχρονα όμως ζητά εκείνη ή την άλλη “εξυπηρέτηση”, απαιτώντας να μπαίνουν “δικοί της άνθρωποι” σε κρίσιμες θέσεις, όπως στο τιμόνι της MIG. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η διαδοχή του Σάλλα στην Τράπεζα Πειραιώς δεν είναι ξεκάθαρη. Ο Πώλσον παλεύει ακόμα και ο Σάλλας το ίδιο. Η κυβέρνηση παρακολουθεί αλλά βέβαια δεν μπορεί να κάνει πολλά, αφού οι τράπεζες δεν ανήκουν πλέον στο ελληνικό κράτος.

Και στην Τράπεζα Αττικής η κυβέρνηση επιχείρησε πρόσφατα να διατηρήσει τον έλεγχο πάνω στη διοίκησή της, και θα το είχε καταφέρει αν δεν είχε ξεσπάσει η κρίση με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, που δεν επέτρεψε να τοποθετηθούν επικεφαλής οι άνθρωποι που είχε επιλέξει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Κι ένα κερασάκι για το τέλος

Την ώρα που η κυβέρνηση έκλεινε τους υποψήφιους καναλάρχες στην Καλλιθέα και εισέπραττε τα συγχαρητήρια των ψηφοφόρων της αλλά και πολλών εκπροσώπων της λαϊκής δεξιάς για τον τρόπο με τον οποίο φερόταν «στους πλούσιους και τους ισχυρούς της χώρας», ο Αλέκος Φλαμπουράρης και ο Νίκος Παππάς έκαναν ό,τι μπορούσαν για να σωθεί ο Μαρινόπουλος με χρήματα των τραπεζών, δηλαδή των φορολογουμένων. Η λύση αυτή βέβαια ήταν η λιγότερο κακή. Έγινε στο όνομα των εργαζομένων και λιγότερο των προμηθευτών. Αλλά οι τράπεζες συμφώνησαν απλά γιατί η κυβέρνηση ήθελε «να σωθεί ο Μαρινόπουλος. Και μας το έδειχνε κάθε μέρα», όπως είπε στο inside story ένας από τους πιο σημαντικούς δικηγόρους που διαπραγματεύθηκαν το deal.

Με τους “πλούσιους”, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ πιο προσεκτικός από ό,τι αφήνει δημόσια να φαίνεται.


(απο το insidestory)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου